ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάμειξη, παρέμβαση
  2. 02 επιλογή της διατήρησης του πλακιδίου που τραβήχτηκε και απόρριψη ενός άλλου

Παραδείγματα

  • そのけんには手出てだしないでください。

    Μην ανακατεύεσαι σε αυτή την υπόθεση.

  • 他人たにん問題もんだい手出てだしすると、自分じぶんこまることもある。

    Αν ανακατεύεσαι στα προβλήματα των άλλων, μπορεί να βρεθείς και εσύ σε δύσκολη θέση.

  • 未経験者みけいけんしゃ無闇むやみにその複雑ふくざつ計画けいかく手出てだしすると、かえって事態じたい悪化あっかさせる可能性かのうせいがあります。

    Αν ένας άπειρος ανακατευτεί άσκοπα σε αυτό το πολύπλοκο σχέδιο, υπάρχει πιθανότητα να χειροτερέψει την κατάσταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
手出しする
Παρόν (ευγενικό)
手出しします
Άρνηση (απλή)
手出ししない
Άρνηση (ευγενική)
手出ししません
Παρελθόν (απλό)
手出しした
Παρελθόν (ευγενικό)
手出ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手出ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手出ししませんでした
Τε-μορφή
手出しして
Δυνητική
手出しできる
Προστακτική
手出ししろ
Βουλητική
手出ししよう
Υποθετική (ば)
手出しすれば