わせ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παιχνίδι, αγώνας, αναμέτρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
手合わせする
Παρόν (ευγενικό)
手合わせします
Άρνηση (απλή)
手合わせしない
Άρνηση (ευγενική)
手合わせしません
Παρελθόν (απλό)
手合わせした
Παρελθόν (ευγενικό)
手合わせしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手合わせしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手合わせしませんでした
Τε-μορφή
手合わせして
Δυνητική
手合わせできる
Προστακτική
手合わせしろ
Βουλητική
手合わせしよう
Υποθετική (ば)
手合わせすれば