かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντίσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
手向かいする
Παρόν (ευγενικό)
手向かいします
Άρνηση (απλή)
手向かいしない
Άρνηση (ευγενική)
手向かいしません
Παρελθόν (απλό)
手向かいした
Παρελθόν (ευγενικό)
手向かいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手向かいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手向かいしませんでした
Τε-μορφή
手向かいして
Δυνητική
手向かいできる
Προστακτική
手向かいしろ
Βουλητική
手向かいしよう
Υποθετική (ば)
手向かいすれば