手向かう
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντιστέκομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 手向かう
- Παρόν (ευγενικό)
- 手向かいます
- Άρνηση (απλή)
- 手向かわない
- Άρνηση (ευγενική)
- 手向かいません
- Παρελθόν (απλό)
- 手向かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 手向かいました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 手向かわなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 手向かいませんでした
- Τε-μορφή
- 手向かって
- Δυνητική
- 手向かえる
- Προστακτική
- 手向かえ
- Βουλητική
- 手向かおう
- Υποθετική (ば)
- 手向かえば
- Υποθετική (たら)
- 手向かったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 手向かいたい
- Απαγορευτική (~な)
- 手向かうな
- Προστακτική (ευγενική)
- 手向かいなさい
- Παθητική
- 手向かわれる
- Αιτιατική
- 手向かわせる