ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφέρω (π.χ. λουλούδια σε τάφο), αφιερώνω (σε θεότητα, στον θανόντα, κ.λπ.)
  2. 02 δίνω ως αποχαιρετιστήριο δώρο, προσφέρω (αποχαιρετιστήρια λόγια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
手向ける
Παρόν (ευγενικό)
手向けます
Άρνηση (απλή)
手向けない
Άρνηση (ευγενική)
手向けません
Παρελθόν (απλό)
手向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
手向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手向けませんでした
Τε-μορφή
手向けて
Δυνητική
手向けられる
Προστακτική
手向けろ
Βουλητική
手向けよう
Υποθετική (ば)
手向ければ