あかのついた

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λερωμένος από τη χρήση, πολυμεταχειρισμένος, πολυδιαβασμένος, πολυδουλεμένος
  2. 02 κοινότοπος, τετριμμένος, φθαρμένος (π.χ. αστείο)