がた

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αξιόπιστος, σίγουρος, ασφαλής, φερέγγυος, σταθερός
  2. 02 σταθερός, ακλόνητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
手堅い
Παρόν (ευγενικό)
手堅いです
Άρνηση (απλή)
手堅くない
Άρνηση (ευγενική)
手堅くないです
Παρελθόν (απλό)
手堅かった
Παρελθόν (ευγενικό)
手堅かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手堅くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手堅くなかったです
Τε-μορφή
手堅くて
Υποθετική (ば)
手堅ければ