しおける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατρέφω κάποιον με προσωπική φροντίδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
手塩に掛ける
Παρόν (ευγενικό)
手塩に掛けます
Άρνηση (απλή)
手塩に掛けない
Άρνηση (ευγενική)
手塩に掛けません
Παρελθόν (απλό)
手塩に掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
手塩に掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手塩に掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手塩に掛けませんでした
Τε-μορφή
手塩に掛けて
Δυνητική
手塩に掛けられる
Προστακτική
手塩に掛けろ
Βουλητική
手塩に掛けよう
Υποθετική (ば)
手塩に掛ければ