びろ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευρύχωρος, άνετος, μεγάλος
  2. 02 εκτεταμένος (για επιχειρήσεις, συναλλαγές κ.λπ.), μεγάλης κλίμακας, πλατύς, ευρύς

Κλίση

Παρόν (απλό)
手広い
Παρόν (ευγενικό)
手広いです
Άρνηση (απλή)
手広くない
Άρνηση (ευγενική)
手広くないです
Παρελθόν (απλό)
手広かった
Παρελθόν (ευγενικό)
手広かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手広くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手広くなかったです
Τε-μορφή
手広くて
Υποθετική (ば)
手広ければ