ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθοδήγηση, καθοδήγηση, δράση ως οδηγός, παροχή βοήθειας
  2. 02 εισαγωγή, μεσολάβηση, επιρροή, διασυνδέσεις
  3. 03 οδηγός, εγχειρίδιο, οδηγός χρήσης, βιβλίο οδηγιών, εγχειρίδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
手引きする
Παρόν (ευγενικό)
手引きします
Άρνηση (απλή)
手引きしない
Άρνηση (ευγενική)
手引きしません
Παρελθόν (απλό)
手引きした
Παρελθόν (ευγενικό)
手引きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手引きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手引きしませんでした
Τε-μορφή
手引きして
Δυνητική
手引きできる
Προστακτική
手引きしろ
Βουλητική
手引きしよう
Υποθετική (ば)
手引きすれば