ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω με το χέρι (π.χ. ένα λουλούδι), σπάζω ένα κλαράκι, μαδάω (ένα λουλούδι, έναν οφθαλμό)
  2. 02 κάνω μια νέα γυναίκα δικό μου αντικείμενο

Κλίση

Παρόν (απλό)
手折る
Παρόν (ευγενικό)
手折ります
Άρνηση (απλή)
手折らない
Άρνηση (ευγενική)
手折りません
Παρελθόν (απλό)
手折った
Παρελθόν (ευγενικό)
手折りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手折らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手折りませんでした
Τε-μορφή
手折って
Δυνητική
手折れる
Προστακτική
手折れ
Βουλητική
手折ろう
Υποθετική (ば)
手折れば