ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράλειψη κρίσιμων βημάτων, τσαπατσουλιά, οικονομία κόπων
  2. 02 εσκεμμένη αμέλεια
  3. 03 τενούκι, η πραγματοποίηση μιας κίνησης που δεν αποτελεί άμεση απάντηση στην τελευταία κίνηση του αντιπάλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
手抜きする
Παρόν (ευγενικό)
手抜きします
Άρνηση (απλή)
手抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
手抜きしません
Παρελθόν (απλό)
手抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
手抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手抜きしませんでした
Τε-μορφή
手抜きして
Δυνητική
手抜きできる
Προστακτική
手抜きしろ
Βουλητική
手抜きしよう
Υποθετική (ば)
手抜きすれば