まね

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλώ με νεύμα, χειρονομώ για να έρθει κάποιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
手招く
Παρόν (ευγενικό)
手招きます
Άρνηση (απλή)
手招かない
Άρνηση (ευγενική)
手招きません
Παρελθόν (απλό)
手招いた
Παρελθόν (ευγενικό)
手招きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手招かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手招きませんでした
Τε-μορφή
手招いて
Δυνητική
手招ける
Προστακτική
手招け
Βουλητική
手招こう
Υποθετική (ば)
手招けば