づく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: てこね

  1. 01 χειροποίητη διαμόρφωση, χειροτεχνία

Κλίση

Παρόν (απλό)
手捏ねする
Παρόν (ευγενικό)
手捏ねします
Άρνηση (απλή)
手捏ねしない
Άρνηση (ευγενική)
手捏ねしません
Παρελθόν (απλό)
手捏ねした
Παρελθόν (ευγενικό)
手捏ねしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手捏ねしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手捏ねしませんでした
Τε-μορφή
手捏ねして
Δυνητική
手捏ねできる
Προστακτική
手捏ねしろ
Βουλητική
手捏ねしよう
Υποθετική (ば)
手捏ねすれば