びかえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρατούμαι, απέχω, μειώνω ή περιορίζω
  2. 02 κρατώ σημείωση, καταγράφω

Κλίση

Παρόν (απλό)
手控える
Παρόν (ευγενικό)
手控えます
Άρνηση (απλή)
手控えない
Άρνηση (ευγενική)
手控えません
Παρελθόν (απλό)
手控えた
Παρελθόν (ευγενικό)
手控えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手控えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手控えませんでした
Τε-μορφή
手控えて
Δυνητική
手控えられる
Προστακτική
手控えろ
Βουλητική
手控えよう
Υποθετική (ば)
手控えれば