れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φθείρομαι από τη χρήση
  2. 02 είμαι πολυταξιδεμένος, είμαι έμπειρος στα εγκόσμια

Κλίση

Παρόν (απλό)
手擦れる
Παρόν (ευγενικό)
手擦れます
Άρνηση (απλή)
手擦れない
Άρνηση (ευγενική)
手擦れません
Παρελθόν (απλό)
手擦れた
Παρελθόν (ευγενικό)
手擦れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手擦れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手擦れませんでした
Τε-μορφή
手擦れて
Δυνητική
手擦れられる
Προστακτική
手擦れろ
Βουλητική
手擦れよう
Υποθετική (ば)
手擦れれば