ばな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω, απελευθερώνω, ρίχνω κάτω
  2. 02 αποχωρίζομαι (π.χ. ένα απόκτημα), παραχωρώ, διαθέτω, πουλάω
  3. 03 στέλνω μακριά (π.χ. το παιδί μου), αφήνω να φύγει, αποχωρίζομαι
  4. 04 σταματάω προσωρινά να εργάζομαι, διακόπτω προσωρινά την εργασία

Παραδείγματα

  • ボールを手放てばな

    Αφήνω την μπάλα.

  • ふる自転車じてんしゃ手放てばなした

    Ξεφορτώθηκα το παλιό μου ποδήλατο.

  • 社長しゃちょう長年ながねんかけてきずげてきた会社かいしゃを、ついに息子むすこ手放てばな決心けっしんをした。

    Ο πρόεδρος τελικά αποφάσισε να παραχωρήσει την εταιρεία που έχτιζε για πολλά χρόνια στον γιο του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
手放す
Παρόν (ευγενικό)
手放します
Άρνηση (απλή)
手放さない
Άρνηση (ευγενική)
手放しません
Παρελθόν (απλό)
手放した
Παρελθόν (ευγενικό)
手放しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手放さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手放しませんでした
Τε-μορφή
手放して
Δυνητική
手放せる
Προστακτική
手放せ
Βουλητική
手放そう
Υποθετική (ば)
手放せば