手て柄がら

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατόρθωμα, επίτευγμα, αξιέπαινη πράξη, διακεκριμένη υπηρεσία

Παραδείγματα

  • 彼かれは手柄てがらを立たてました。

    Έκανε ένα κατόρθωμα.

  • この成功せいこうは彼かれの手柄てがらだと思おもいます。

    Νομίζω ότι αυτή η επιτυχία είναι δικό του κατόρθωμα.

  • 今回こんかいの困難こんなんな任務にんむを達成たっせいできたのは、彼かれの手柄てがらに他ほかなりません。

    Το ότι καταφέραμε να ολοκληρώσουμε αυτή τη δύσκολη αποστολή αυτή τη φορά, είναι αποκλειστικά δικό του κατόρθωμα.