いた

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκληρός, δριμύς

Κλίση

Παρόν (απλό)
手痛い
Παρόν (ευγενικό)
手痛いです
Άρνηση (απλή)
手痛くない
Άρνηση (ευγενική)
手痛くないです
Παρελθόν (απλό)
手痛かった
Παρελθόν (ευγενικό)
手痛かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手痛くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手痛くなかったです
Τε-μορφή
手痛くて
Υποθετική (ば)
手痛ければ