がみてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απευθύνω επιστολή σε κάποιο πρόσωπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
手紙を宛てる
Παρόν (ευγενικό)
手紙を宛てます
Άρνηση (απλή)
手紙を宛てない
Άρνηση (ευγενική)
手紙を宛てません
Παρελθόν (απλό)
手紙を宛てた
Παρελθόν (ευγενικό)
手紙を宛てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手紙を宛てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手紙を宛てませんでした
Τε-μορφή
手紙を宛てて
Δυνητική
手紙を宛てられる
Προστακτική
手紙を宛てろ
Βουλητική
手紙を宛てよう
Υποθετική (ば)
手紙を宛てれば