なら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξάσκηση στη γραφή με πινέλο
  2. 02 μελέτη, μάθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
手習いする
Παρόν (ευγενικό)
手習いします
Άρνηση (απλή)
手習いしない
Άρνηση (ευγενική)
手習いしません
Παρελθόν (απλό)
手習いした
Παρελθόν (ευγενικό)
手習いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手習いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手習いしませんでした
Τε-μορφή
手習いして
Δυνητική
手習いできる
Προστακτική
手習いしろ
Βουλητική
手習いしよう
Υποθετική (ば)
手習いすれば