しゅじゅつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβάλλομαι σε χειρουργική επέμβαση, χειρουργούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
手術を受ける
Παρόν (ευγενικό)
手術を受けます
Άρνηση (απλή)
手術を受けない
Άρνηση (ευγενική)
手術を受けません
Παρελθόν (απλό)
手術を受けた
Παρελθόν (ευγενικό)
手術を受けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手術を受けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手術を受けませんでした
Τε-μορφή
手術を受けて
Δυνητική
手術を受けられる
Προστακτική
手術を受けろ
Βουλητική
手術を受けよう
Υποθετική (ば)
手術を受ければ