しゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σημείωση, υπόμνημα
  2. 02 απομνημονεύματα, προσωπική μαρτυρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
手記する
Παρόν (ευγενικό)
手記します
Άρνηση (απλή)
手記しない
Άρνηση (ευγενική)
手記しません
Παρελθόν (απλό)
手記した
Παρελθόν (ευγενικό)
手記しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手記しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手記しませんでした
Τε-μορφή
手記して
Δυνητική
手記できる
Προστακτική
手記しろ
Βουλητική
手記しよう
Υποθετική (ば)
手記すれば