あしとなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός γίνομαι το δεξί χέρι κάποιου, υπηρετώ κάποιον πιστά, είμαι στο πλευρό κάποιου για να εκτελώ κάθε επιθυμία του

Κλίση

Παρόν (απλό)
手足となる
Παρόν (ευγενικό)
手足となります
Άρνηση (απλή)
手足とならない
Άρνηση (ευγενική)
手足となりません
Παρελθόν (απλό)
手足となった
Παρελθόν (ευγενικό)
手足となりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手足とならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手足となりませんでした
Τε-μορφή
手足となって
Δυνητική
手足となれる
Προστακτική
手足となれ
Βουλητική
手足となろう
Υποθετική (ば)
手足となれば