ばな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτονομία παιδιού (η ηλικία όπου δεν απαιτείται πλέον συνεχή φροντίδα από τους γονείς)
  2. 02 ολοκλήρωση εργασίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
手離れする
Παρόν (ευγενικό)
手離れします
Άρνηση (απλή)
手離れしない
Άρνηση (ευγενική)
手離れしません
Παρελθόν (απλό)
手離れした
Παρελθόν (ευγενικό)
手離れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手離れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手離れしませんでした
Τε-μορφή
手離れして
Δυνητική
手離れできる
Προστακτική
手離れしろ
Βουλητική
手離れしよう
Υποθετική (ば)
手離れすれば