さいかく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ετοιμότητα, οξύνοια, επινοητικότητα, ταλέντο, διορατικότητα, ικανότητες, κλίση
  2. 02 εξεύρεση χρημάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
才覚する
Παρόν (ευγενικό)
才覚します
Άρνηση (απλή)
才覚しない
Άρνηση (ευγενική)
才覚しません
Παρελθόν (απλό)
才覚した
Παρελθόν (ευγενικό)
才覚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
才覚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
才覚しませんでした
Τε-μορφή
才覚して
Δυνητική
才覚できる
Προστακτική
才覚しろ
Βουλητική
才覚しよう
Υποθετική (ば)
才覚すれば