たれづよ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανθεκτικός στα χτυπήματα (πυγμαχία κ.λπ.), ικανός να δέχεται χτυπήματα
  2. 02 ψύχραιμος μετά από χτύπημα του παίκτη (για πίτσερ στο μπέιζμπολ)
  3. 03 ανθεκτικός, ψυχικά δυνατός απέναντι στην κριτική ή τις αντιξοότητες

Κλίση

Παρόν (απλό)
打たれ強い
Παρόν (ευγενικό)
打たれ強いです
Άρνηση (απλή)
打たれ強くない
Άρνηση (ευγενική)
打たれ強くないです
Παρελθόν (απλό)
打たれ強かった
Παρελθόν (ευγενικό)
打たれ強かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打たれ強くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打たれ強くなかったです
Τε-μορφή
打たれ強くて
Υποθετική (ば)
打たれ強ければ