ちまくる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπώ επανειλημμένα, εξαπολύω καταιγισμό χτυπημάτων, χτυπώ ασταμάτητα (π.χ. σε πληκτρολόγιο), σφυροκοπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ちまくる
Παρόν (ευγενικό)
打ちまくります
Άρνηση (απλή)
打ちまくらない
Άρνηση (ευγενική)
打ちまくりません
Παρελθόν (απλό)
打ちまくった
Παρελθόν (ευγενικό)
打ちまくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ちまくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ちまくりませんでした
Τε-μορφή
打ちまくって
Δυνητική
打ちまくれる
Προστακτική
打ちまくれ
Βουλητική
打ちまくろう
Υποθετική (ば)
打ちまくれば