打ち上がる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκτοξεύομαι (π.χ. πύραυλος), απογειώνομαι
- 02 ξεβράζομαι (στην ακτή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち上がる
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち上がります
- Άρνηση (απλή)
- 打ち上がらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち上がりません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち上がった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち上がりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち上がらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち上がりませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち上がって
- Δυνητική
- 打ち上がれる
- Προστακτική
- 打ち上がれ
- Βουλητική
- 打ち上がろう
- Υποθετική (ば)
- 打ち上がれば
- Υποθετική (たら)
- 打ち上がったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち上がりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち上がるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち上がりなさい
- Παθητική
- 打ち上がられる
- Αιτιατική
- 打ち上がらせる