ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καρφώνω (σε κάτι), στερεώνω (σε), μπήγω (καρφί)
  2. 02 χτυπώ (π.χ. το κεφάλι), κοπανώ, δέρνω (πάνω σε)
  3. 03 εκσφενδονίζω (σε τοίχο, στο πάτωμα κ.λπ.), πετώ (σε)

Παραδείγματα

  • くぎかべちつける。

    Καρφώνω ένα καρφί στον τοίχο.

  • つよあめまどちつけていた。

    Η δυνατή βροχή χτυπούσε πάνω στο παράθυρο.

  • あらしよる大波おおなみ岸壁がんぺきはげしくちつけるおとひびいていた。

    Το βράδυ της καταιγίδας, ακουγόταν ο ήχος των μεγάλων κυμάτων που χτυπούσαν δυνατά στα βράχια της ακτής.

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち付ける
Παρόν (ευγενικό)
打ち付けます
Άρνηση (απλή)
打ち付けない
Άρνηση (ευγενική)
打ち付けません
Παρελθόν (απλό)
打ち付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち付けませんでした
Τε-μορφή
打ち付けて
Δυνητική
打ち付けられる
Προστακτική
打ち付けろ
Βουλητική
打ち付けよう
Υποθετική (ば)
打ち付ければ