ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατακτώ (π.χ. έναν εχθρό), νικώ
  2. 02 ξεπερνώ (μια δυσκολία)
  3. 03 χτυπώ πιο δυνατά ή αποτελεσματικότερα

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち勝つ
Παρόν (ευγενικό)
打ち勝ちます
Άρνηση (απλή)
打ち勝たない
Άρνηση (ευγενική)
打ち勝ちません
Παρελθόν (απλό)
打ち勝った
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち勝ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち勝たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち勝ちませんでした
Τε-μορφή
打ち勝って
Δυνητική
打ち勝てる
Προστακτική
打ち勝て
Βουλητική
打ち勝とう
Υποθετική (ば)
打ち勝てば