ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκοτώνω (με όπλο), φονεύω
  2. 02 νικώ (αντίπαλο), κερδίζω
  3. 03 βγάζω εκτός παιχνιδιού (ρόπαλο/παίκτη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち取る
Παρόν (ευγενικό)
打ち取ります
Άρνηση (απλή)
打ち取らない
Άρνηση (ευγενική)
打ち取りません
Παρελθόν (απλό)
打ち取った
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち取りませんでした
Τε-μορφή
打ち取って
Δυνητική
打ち取れる
Προστακτική
打ち取れ
Βουλητική
打ち取ろう
Υποθετική (ば)
打ち取れば