打ち合わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χτυπώ το ένα πάνω στο άλλο, προσκρούω
- 02 κανονίζω (π.χ. μια συνάντηση), συζητώ (εκ των προτέρων), συντονίζω, προγραμματίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 打ち合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち合わせて
- Δυνητική
- 打ち合わせられる
- Προστακτική
- 打ち合わせろ
- Βουλητική
- 打ち合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 打ち合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 打ち合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち合わせなさい
- Παθητική
- 打ち合わせられる
- Αιτιατική
- 打ち合わせさせる