ます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιτίθεμαι στον αντίπαλο με το κεφάλι κατά την αρχική ορμή
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γρονθοκοπώ δυνατά, χτυπώ με δύναμη

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち噛ます
Παρόν (ευγενικό)
打ち噛まします
Άρνηση (απλή)
打ち噛まさない
Άρνηση (ευγενική)
打ち噛ましません
Παρελθόν (απλό)
打ち噛ました
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち噛ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち噛まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち噛ましませんでした
Τε-μορφή
打ち噛まして
Δυνητική
打ち噛ませる
Προστακτική
打ち噛ませ
Βουλητική
打ち噛まそう
Υποθετική (ば)
打ち噛ませば