打ち壊す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταστρέφω, σπάζω (με χτύπημα), συντρίβω (σε κομμάτια), γκρεμίζω
- 02 καταστρέφω (π.χ. ένα σχέδιο), χαλάω, καταργώ (παλαιά έθιμα, ιδεολογίες κ.λπ.), ανατρέπω (ένα σύστημα), αποσυναρμολογώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち壊す
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち壊します
- Άρνηση (απλή)
- 打ち壊さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち壊しません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち壊した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち壊しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち壊さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち壊しませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち壊して
- Δυνητική
- 打ち壊せる
- Προστακτική
- 打ち壊せ
- Βουλητική
- 打ち壊そう
- Υποθετική (ば)
- 打ち壊せば
- Υποθετική (たら)
- 打ち壊したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち壊したい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち壊すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち壊しなさい
- Παθητική
- 打ち壊される
- Αιτιατική
- 打ち壊させる