打ち崩す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταβάλλω (τις άμυνες του αντιπάλου), νικώ, συντρίβω (κάποιον)
- 02 βγάζω εκτός παιχνιδιού τον αντίπαλο πίτσερ (με συνεχόμενα χτυπήματα)
- 03 καταρρίπτω (μια καθιερωμένη αντίληψη), αναιρώ (π.χ. μια θεωρία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち崩す
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち崩します
- Άρνηση (απλή)
- 打ち崩さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち崩しません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち崩した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち崩しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち崩さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち崩しませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち崩して
- Δυνητική
- 打ち崩せる
- Προστακτική
- 打ち崩せ
- Βουλητική
- 打ち崩そう
- Υποθετική (ば)
- 打ち崩せば
- Υποθετική (たら)
- 打ち崩したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち崩したい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち崩すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち崩しなさい
- Παθητική
- 打ち崩される
- Αιτιατική
- 打ち崩させる