打ち延ばす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ελασματοποιώ με σφυρηλάτηση (π.χ. φύλλο χρυσού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち延ばす
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち延ばします
- Άρνηση (απλή)
- 打ち延ばさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち延ばしません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち延ばした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち延ばしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち延ばさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち延ばしませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち延ばして
- Δυνητική
- 打ち延ばせる
- Προστακτική
- 打ち延ばせ
- Βουλητική
- 打ち延ばそう
- Υποθετική (ば)
- 打ち延ばせば
- Υποθετική (たら)
- 打ち延ばしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち延ばしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち延ばすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち延ばしなさい
- Παθητική
- 打ち延ばされる
- Αιτιατική
- 打ち延ばさせる