打ち抜く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπερνώ (π.χ. έναν τοίχο), διατρυπώ, τρυπώ, ανοίγω οπή
- 02 διανοίγω (οπή, σχέδιο κ.λπ.), εκκόπτω (π.χ. ένα κέρμα)
- 03 γκρεμίζω (διαχωριστικά ανάμεσα σε δωμάτια), ενοποιώ (πολλά δωμάτια σε ένα)
- 04 ολοκληρώνω (κάτι μέχρι το τέλος), φέρω σε πέρας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち抜く
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち抜きます
- Άρνηση (απλή)
- 打ち抜かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち抜きません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち抜いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち抜きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち抜かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち抜きませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち抜いて
- Δυνητική
- 打ち抜ける
- Προστακτική
- 打ち抜け
- Βουλητική
- 打ち抜こう
- Υποθετική (ば)
- 打ち抜けば
- Υποθετική (たら)
- 打ち抜いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち抜きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち抜くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち抜きなさい
- Παθητική
- 打ち抜かれる
- Αιτιατική
- 打ち抜かせる