打ち明かす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μιλάω ειλικρινά, εκφράζω τη γνώμη μου, ανοίγω την καρδιά μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち明かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち明かします
- Άρνηση (απλή)
- 打ち明かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち明かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち明かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち明かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち明かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち明かしませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち明かして
- Δυνητική
- 打ち明かせる
- Προστακτική
- 打ち明かせ
- Βουλητική
- 打ち明かそう
- Υποθετική (ば)
- 打ち明かせば
- Υποθετική (たら)
- 打ち明かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち明かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち明かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち明かしなさい
- Παθητική
- 打ち明かされる
- Αιτιατική
- 打ち明かさせる