打うち明あける

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμπιστεύομαι, αποκαλύπτω, γνωστοποιώ, εξομολογούμαι, μιλάω ειλικρινά, ανοίγω την καρδιά μου

Παραδείγματα

  • 彼かれに打うち明あけたい。

    Θέλω να του ανοίξω την καρδιά μου.

  • ずっと隠かくしていた秘密ひみつを、ついに母ははに打うち明あけた。

    Τελικά, εξομολογήθηκα στη μητέρα μου το μυστικό που έκρυβα τόσον καιρό.

  • 長年ながねん心こころに秘ひめていた思おもいを親友しんゆうに打うち明あけることで、気持きもちが軽かるくなった。

    Αφού εξομολογήθηκα στην καλύτερή μου φίλη τα συναισθήματα που έκρυβα για χρόνια, ένιωσα να ελαφρώνει η ψυχή μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち明ける
Παρόν (ευγενικό)
打ち明けます
Άρνηση (απλή)
打ち明けない
Άρνηση (ευγενική)
打ち明けません
Παρελθόν (απλό)
打ち明けた
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち明けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち明けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち明けませんでした
Τε-μορφή
打ち明けて
Δυνητική
打ち明けられる
Προστακτική
打ち明けろ
Βουλητική
打ち明けよう
Υποθετική (ば)
打ち明ければ