める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καρφώνω στη θέση του
  2. 02 τερματίζω (μια παράσταση)
  3. 03 σκοτώνω (με όπλο, σπαθί κ.λπ.), φονεύω, πυροβολώ μέχρι θανάτου, κατακόβω

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち止める
Παρόν (ευγενικό)
打ち止めます
Άρνηση (απλή)
打ち止めない
Άρνηση (ευγενική)
打ち止めません
Παρελθόν (απλό)
打ち止めた
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち止めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち止めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち止めませんでした
Τε-μορφή
打ち止めて
Δυνητική
打ち止められる
Προστακτική
打ち止めろ
Βουλητική
打ち止めよう
Υποθετική (ば)
打ち止めれば