打うち解とける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγομαι (σε κάποιον), γίνομαι διαχυτικός, χαλαρώνω τις αντιστάσεις μου, γίνομαι φιλικός, νιώθω άνετα, υιοθετώ μια χαλαρή στάση

Παραδείγματα

  • やっと打うち解とけました。

    Επιτέλους ένιωσα άνετα.

  • 初はじめは緊張きんちょうしていたが、すぐにみんなと打うち解とけた。

    Στην αρχή ήμουν αγχωμένος, αλλά γρήγορα χαλάρωσα με όλους.

  • 彼かれは人見知りひとみしりだったが、共通きょうつうの趣味しゅみがあったため、すぐに私わたしと打うち解とけて心こころを開ひらいてくれた。

    Αν και ήταν κάπως ντροπαλός, λόγω των κοινών μας χόμπι, γρήγορα άνοιξε την καρδιά του και ένιωσε άνετα μαζί μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
打ち解ける
Παρόν (ευγενικό)
打ち解けます
Άρνηση (απλή)
打ち解けない
Άρνηση (ευγενική)
打ち解けません
Παρελθόν (απλό)
打ち解けた
Παρελθόν (ευγενικό)
打ち解けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打ち解けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打ち解けませんでした
Τε-μορφή
打ち解けて
Δυνητική
打ち解けられる
Προστακτική
打ち解けろ
Βουλητική
打ち解けよう
Υποθετική (ば)
打ち解ければ