打ち跨る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο συνήθως γραμμένο με κάνα ανεβαίνω σε (π.χ. άλογο), καβαλάω, κάθομαι με τα πόδια ανοιχτά εκατέρωθεν
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打ち跨る
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ち跨ります
- Άρνηση (απλή)
- 打ち跨らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ち跨りません
- Παρελθόν (απλό)
- 打ち跨った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ち跨りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打ち跨らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ち跨りませんでした
- Τε-μορφή
- 打ち跨って
- Δυνητική
- 打ち跨れる
- Προστακτική
- 打ち跨れ
- Βουλητική
- 打ち跨ろう
- Υποθετική (ば)
- 打ち跨れば
- Υποθετική (たら)
- 打ち跨ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ち跨りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打ち跨るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ち跨りなさい
- Παθητική
- 打ち跨られる
- Αιτιατική
- 打ち跨らせる