ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προχειρολόγα, απροετοίμαστα, απότομα, χωρίς προειδοποίηση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα απερίφραστα, χωρίς συγκράτηση, ειλικρινά, ωμά, άμεσα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχή, ξεκίνημα, απαρχή