打っ付ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χτυπώ (π.χ. το κεφάλι μου), προσκρούω, τρακάρω (πάνω σε κάτι)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πετώ (προς κάποιον), εκσφενδονίζω (προς κάποιον)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεσπώ (π.χ. τον θυμό μου), εκφράζω (τα συναισθήματά μου), απευθύνω (μια ερώτηση σε κάποιον)
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα βάζω (κάποιον) απέναντι, φέρνω αντιμέτωπο, βάζω σε αναμέτρηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打っ付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 打っ付けます
- Άρνηση (απλή)
- 打っ付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打っ付けません
- Παρελθόν (απλό)
- 打っ付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打っ付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打っ付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打っ付けませんでした
- Τε-μορφή
- 打っ付けて
- Δυνητική
- 打っ付けられる
- Προστακτική
- 打っ付けろ
- Βουλητική
- 打っ付けよう
- Υποθετική (ば)
- 打っ付ければ
- Υποθετική (たら)
- 打っ付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打っ付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打っ付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打っ付けなさい
- Παθητική
- 打っ付けられる
- Αιτιατική
- 打っ付けさせる