こく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάραξη, εγχάραξη
  2. 02 καταγραφή χρόνου (σε κάρτα εισόδου), χτύπημα κάρτας, ώρα προσέλευσης (αποχώρησης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
打刻する
Παρόν (ευγενικό)
打刻します
Άρνηση (απλή)
打刻しない
Άρνηση (ευγενική)
打刻しません
Παρελθόν (απλό)
打刻した
Παρελθόν (ευγενικό)
打刻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打刻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打刻しませんでした
Τε-μορφή
打刻して
Δυνητική
打刻できる
Προστακτική
打刻しろ
Βουλητική
打刻しよう
Υποθετική (ば)
打刻すれば