しん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίκρουση, κρούση, εξέταση με επίκρουση
  2. 02 βολιδοσκόπηση (προθέσεων κάποιου), προσέγγιση (για κάποιο θέμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
打診する
Παρόν (ευγενικό)
打診します
Άρνηση (απλή)
打診しない
Άρνηση (ευγενική)
打診しません
Παρελθόν (απλό)
打診した
Παρελθόν (ευγενικό)
打診しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
打診しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
打診しませんでした
Τε-μορφή
打診して
Δυνητική
打診できる
Προστακτική
打診しろ
Βουλητική
打診しよう
Υποθετική (ば)
打診すれば