払いきる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξοφλώ πλήρως (π.χ. δάνειο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 払いきる
- Παρόν (ευγενικό)
- 払いきります
- Άρνηση (απλή)
- 払いきらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 払いきりません
- Παρελθόν (απλό)
- 払いきった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 払いきりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 払いきらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 払いきりませんでした
- Τε-μορφή
- 払いきって
- Δυνητική
- 払いきれる
- Προστακτική
- 払いきれ
- Βουλητική
- 払いきろう
- Υποθετική (ば)
- 払いきれば
- Υποθετική (たら)
- 払いきったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 払いきりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 払いきるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 払いきりなさい
- Παθητική
- 払いきられる
- Αιτιατική
- 払いきらせる