払い下げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκποιώ κυβερνητική περιουσία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 払い下げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 払い下げます
- Άρνηση (απλή)
- 払い下げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 払い下げません
- Παρελθόν (απλό)
- 払い下げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 払い下げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 払い下げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 払い下げませんでした
- Τε-μορφή
- 払い下げて
- Δυνητική
- 払い下げられる
- Προστακτική
- 払い下げろ
- Βουλητική
- 払い下げよう
- Υποθετική (ば)
- 払い下げれば
- Υποθετική (たら)
- 払い下げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 払い下げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 払い下げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 払い下げなさい
- Παθητική
- 払い下げられる
- Αιτιατική
- 払い下げさせる