払う
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πληρώνω (π.χ. χρήματα, λογαριασμό)
- 02 βουρτσίζω, σκουπίζω, απομακρύνω, καθαρίζω, ξεσκονίζω, κόβω (π.χ. κλαδιά)
- 03 διώχνω, απομακρύνω (π.χ. τους ανταγωνιστές κάποιου)
- 04 πουλάω, ξεφορτώνομαι (κάτι περιττό), διαθέτω
- 05 δίνω (π.χ. προσοχή), δείχνω (π.χ. σεβασμό, ενδιαφέρον)
- 06 κάνω (π.χ. προσπάθεια, θυσία), καταβάλλω, δαπανώ
- 07 φεύγω από το μέρος μου, εγκαταλείπω, αδειάζω, εκκενώνω
- 08 σαρώνω (π.χ. τα πόδια), παραμερίζω, ρίχνω στο πλάι
- 09 κάνω μια σαρωτική γραμμή (στην ιαπωνική καλλιγραφία)
- 10 μηδενίζω, επαναφέρω (έναν άβακα)
Παραδείγματα
-
お金を払います。
Πληρώνω χρήματα.
-
家賃は毎月払っています。
Πληρώνω το ενοίκιο κάθε μήνα.
-
交通安全のため、運転中は十分に注意を払う必要があります。
Για την οδική ασφάλεια, είναι απαραίτητο να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 払う
- Παρόν (ευγενικό)
- 払います
- Άρνηση (απλή)
- 払わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 払いません
- Παρελθόν (απλό)
- 払った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 払いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 払わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 払いませんでした
- Τε-μορφή
- 払って
- Δυνητική
- 払える
- Προστακτική
- 払え
- Βουλητική
- 払おう
- Υποθετική (ば)
- 払えば
- Υποθετική (たら)
- 払ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 払いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 払うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 払いなさい
- Παθητική
- 払われる
- Αιτιατική
- 払わせる